ἐννοσίφυλλος

ἐννοσίφυλλος
ἐννοσί-φυλλος, blätterschüttelnd (vom Winde)

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • εννοσίφυλλος — ἐννοσίφυλλος, ον (Α) επικ. τ. αντί ενοσίφυλλος, εινοσίφυλλος (για δασώδη όρη) αυτός που έχει κινούμενα, σειόμενα φύλλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < έν(ν)οσις «κλονισμός» + φύλλον] …   Dictionary of Greek

  • ἐννοσίφυλλος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐννοσίφυλλον — ἐννοσίφυλλος masc/fem acc sg ἐννοσίφυλλος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”